Κώστας Μακεδόνας, «το τραγούδι, για μένα, είναι λύτρωση»

BREAKING
 

 

Συνέντευξη στον Γιώργο Μυζάλη

Ο καινούργιος δίσκος του Κώστα Μακεδόνα, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Γιάννη Χριστοδουλόπουλου με το γενικό τίτλο «Τραμπάλα», στάθηκε αφορμή να συναντηθούμε και να κουβεντιάσουμε ελεύθερα ένα απόγευμα κάπου στο κέντρο της πόλης. Κάποτε, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έγραψε σε μια αφιέρωση πάνω σε ένα βινύλιο της μητέρας μου, που έλεγε: «με γλυκιά νοσταλγία του μέλλοντος». Αυτό ήταν και το κλίμα της συζήτησής μας με τον Κώστα Μακεδόνα: μια νοσταλγία του μέλλοντος που κυριαρχεί στα καινούργια τραγούδια της «Τραμπάλας» και, ενδεχομένως, διέπει και την ίδια την προσέγγιση του σπουδαίου τραγουδιστή στο χθες, το σήμερα και το αύριο του ελληνικού τραγουδιού.

Η πρώτη ερώτηση που θέλω να σου κάνω, καθώς συναντιόμαστε με αφορμή την «Τραμπάλα», είναι με ποιον τρόπο επιλέγεις να κάνεις ένα καινούριο δίσκο. Διαλέγεις τα τραγούδια; Και εδώ έχουμε και μάλιστα τη συγκυρία της ολοκληρωμένης δουλειάς: Συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής.

Κοίταξε, γενικά, όλα τα χρόνια, για έναν περίεργο λόγο, τις δουλειές μου τις προτείνανε, δεν τις πρότεινα εγώ. Αντίστοιχα και τώρα αυτό, κάπως έτσι έγινε. Δηλαδή, από τον Γιάννη ξεκίνησε. Από χρόνια ήθελε κάτι να κάνουμε και το ήθελα κι εγώ πολύ, λόγω της φιλίας και της συνεργασίας μας. Συνήθως έτσι γίνεται. Δεν θέλησα ποτέ να πιάσω δημιουργούς και να τους πω θέλω «σας παρακαλώ να μου γράψετε τραγούδια». Δεν το έκανα ποτέ.

Και το θεωρητικά σωστό δεν είναι ο δημιουργός να έχει στο μυαλό του κάποιον να τα πει;

Ναι.

Να γράψει κάτι έχοντας στο μυαλό του μια συγκεκριμένη φωνή. Ή να γράψει κάτι που, εκ των υστέρων, το ακούει στο νου του από έναν συγκεκριμένο τραγουδιστή.

Ναι. Αυτός είναι ο υγιής τρόπος. Τώρα, εντάξει, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Ίσως επειδή μπήκα και έτσι στον χώρο, επειδή με διάλεξαν τότε ο Σταμάτης και η Λίνα και πάλι και σε επόμενη δουλειά με τον Γιώργο Ζήκα, που έγινε από προτροπή του Σταμάτη, δηλαδή, που το συζητήσανε μαζί και έγινε έτσι. Με το Νικολόπουλο έγινε γιατί το πρότεινε η εταιρεία. Έμαθα με αυτόν τον τρόπο. Απλώς από εκεί και πέρα κι εγώ επιλέγω σε όλες αυτές οι προτάσεις που υπάρχουν, σε όλες τις ιδέες, τι μου κάνει κλικ.

Αυτός, ο τωρινός, είναι ένας δίσκος περίεργος, δηλαδή είναι καινούριος και παλιός. Είναι «παλαιοφρέσκος» – πώς να το πω, δεν ξέρω. Οι στίχοι μάλλον δεν είναι γραμμένοι στο σήμερα, οπότε κάπως έπρεπε να γίνει και μια, φαντάζομαι, επιλογή της διαχρονικότητάς τους.

Σαφώς και σύμφωνα με τη θέληση του Λευτέρη, να γίνει όσο πιο φρέσκο γίνεται και μουσικά αλλά και ενορχηστρωτικά. Να μην παραπέμπει, δηλαδή, το έργο σε άλλες δεκαετίες, να μην κινηθούμε εκεί. Να έρθει να είναι στο σήμερα. Και έτσι έχει γράψει κάποια πράγματα παλαιότερα.

Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές μέσα στο δίσκο. Μία από αυτές είναι η επαναμελοποίηση των στίχων ενός τραγουδιού που έχει μελοποιήσει πρώτος ο Μίκης Θεοδωράκης.

Και αυτό νομίζω είναι ένα ιδανικό παράδειγμα για αυτό που περιγράφεις. Αν σκεφτούμε ότι εκείνο το τραγούδι, όσο σπουδαίο και αν ήταν, δεν έχει φτάσει ενεργό μέχρι τις μέρες μας. Το γνωρίζουν κάποιοι άνθρωποι που είναι λάτρεις, αλλά οι περισσότεροι φαντάζομαι δεν θα αντιληφθούν αυτή τη διαφορά. Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ το ήξερα ούτε ο Γιάννης. Έγινε λίγο από λάθος. Ο Λευτέρης επεσήμανε εκ των υστέρων ότι αυτό το έχει μελοποιήσει ο Μίκης αλλά έτσι όπως το άκουσε του άρεσε πάρα πολύ. Ο Θεοδωράκης το έχει μελοποιήσει εξαιρετικά. Το είπε εκπληκτικά ο Μητροπάνος. Εμένα, ωστόσο, μου αρέσει πολύ και η νέα εκδοχή.

Μα και οι στίχοι είναι αλλιώς, τους μελοποίησε διαφορετικά ο Γιάννης Χριστοδουλόπουλος.

Ναι, ήταν πολύ διαφορετικό από το πρώτο κομμάτι.

Να σε ρωτήσω κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση σ' αυτό το δίσκο: Υπάρχουν δύο τραγούδια που δεν έχουν δεύτερο κουπλέ. Δηλαδή, υπάρχει κουπλέ, ρεφρέν, γέφυρα, ξανά ρεφρέν. Διαφοροποιεί την καθιερωμένη φόρμα.

Αυτό έγινε γιατί τόσο ήταν το τραγούδι, τόσο ήταν γραμμένο. Και ο Γιάννης βρήκε την καλύτερη φόρμουλα για να το φτιάξει, να έχει μια δομή που να μη φαίνεται σαν κάτι να λείπει.

Είναι, με την καλή έννοια, και δίσκος βιογραφικού αυτός για σένα; Με την «Τραμπάλα» έχεις τραγουδήσει Λευτέρη Παπαδόπουλο σε πρωτότυπα έργα.

Σαφώς είναι. Προστίθεται κάτι ακόμα σε όλες τις μεγάλες συνεργασίες μου και είναι η μεγαλύτερη τιμή και χαρά. Είναι και τεράστια περιουσία καλλιτεχνική, να έχεις τραγουδήσει έναν τόσο σημαντικό δημιουργό.

Αν αναλογιστείς το ξεκίνημά σου και τη σημερινή κατάσταση, τι είναι ίδιο και τι είναι διαφορετικό;

Θα πιάσω το στίχο της Λίνας: «για να 'ναι πάντα ίδια, αλλάζουν όλα» (σ.σ. στίχοι από το τραγούδι «Μαμά γερνάω» σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη και στίχους Λίνας Νικολακοπούλου). Μια και πίνω και Coca-Cola (γέλια). Εντάξει, ήταν αρκετά διαφορετικά τα πράγματα. Ήταν ένας άλλος ο τρόπος, καταρχάς, με τον οποίο προσέγγιζες το τραγούδι. Ήταν μια εποχή που πήγαινες, τραγουδούσες, περίμενες κάποιος να σ' ακούσει, κάποια εταιρεία να ενδιαφερθεί, κάποιος δημιουργός να ενδιαφερθεί για σένα, να σε πάρει να γράψει τραγούδια, να επενδύσει επάνω σου. Αυτό δεν υπάρχει πια. Ακούμε τώρα καλούς τραγουδιστές και δεν υπάρχουν εταιρείες. Εντάξει, υπάρχουν κάποιες εταιρείες, αλλά εννοώ ότι δεν υπάρχει αυτό που υπήρχε τότε: ακούσαμε αυτή την κοπελιά 25 χρονών, ξέρω εγώ 20 χρονών, να την πάρουμε, να της ετοιμάσουμε τραγούδια, να την βάλουμε να τραγουδήσει με κάποιους καλούς τραγουδιστές ή δίπλα σε καλούς δημιουργούς και να επενδύσουμε και να σκεφτούμε. Αυτό δεν υπάρχει πια, δυστυχώς. Και αυτό είναι πολύ άσχημο, κυρίως για νέα παιδιά ταλαντούχα. Τότε ήταν πάρα πολύ δύσκολο να φτάσεις, να παιχτείς στην τηλεόραση, να παιχτείς στο ραδιόφωνο, αλλά όταν το κατόρθωνες όλο αυτό το σύστημα σε στήριζε. Άσχημη λέξη το σύστημα, αλλά, εννοώ το οικοσύστημα. Όταν έβγαινε ένα καινούργιο καλό τραγούδι, τα ραδιόφωνα το ανακαλύπτανε και το παίζανε. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν, αν ήταν γνωστός, άγνωστος, αν η εταιρεία του ήταν αυτή ή ήταν η άλλη. Τώρα που υπάρχει όλος αυτός ο τρόπος που μπορείς να φτάσεις το έργο σου κάπου, μπορεί να το φτάσεις, αλλά θα φτάσεις σε μια μικρή ομάδα κόσμου. Δεν θα φτάσεις παντού.

Δεν «ανοίγει» δηλαδή.

Είναι δύσκολο να ανοίξει. Αυτό ακριβώς. Είναι εύστοχη η λέξη. Δεν ανοίγει, δηλαδή δεν απλώνεται σαν βεντάλια για να φτάσεις παντού. Αν το καταφέρεις αυτό, κάνεις μια πολύ μεγάλη επιτυχία. Αλλά είναι αρκετά δύσκολο.

Σε σένα όμως, μέσα σου, ο τραγουδιστής, έχει την ίδια όρεξη που είχε όταν ξεκίναγε; Το αγαπάς το ίδιο;

Ναι, την ώρα που κάνω τη δουλειά την αγαπάω. Μπορεί να μην αγαπάω κάποια πράγματα της δουλειάς. Μπορεί να μη μου αρέσουν κάποιες μεμονωμένες καταστάσεις. Δεν μου άρεσε ποτέ το παρασκήνιο. Δεν θεωρούσα ποτέ ότι πρέπει να υπάρχει ανταγωνισμός σε αυτή τη δουλειά. Δεν ξέρω, μου φαινόταν αστείο καλλιτεχνικά να ανταγωνίζεσαι. Όταν κάνεις αυτή τη δουλειά, θέλεις να πάει αυτό που κάνεις λίγο παρακάτω. Αν εγώ κάνω μια πάσα σε έναν άλλον, σε έναν συνάδελφό μου με κάτι που έχω βγάλει σήμερα και αυτός το πάει παρακάτω, είναι νίκη. Αντίστοιχα αν και εγώ πάρω κάτι άλλο που έχει κάνει κάποιος και συνεχίσω και πάω ένα βήμα μπροστά, να πάει κάπου καλύτερα αυτό είναι ωραίο. Μου καθόταν πολύ αστείο αυτό το κομμάτι του ανταγωνισμού. Επειδή είναι καλλιτεχνικός ο χώρος. Σε κάποιον άλλο χώρο, καθαρά εμπορικό, ενδεχομένως και εγώ θα ήμουν ανταγωνιστικός. Αλλά το τραγούδι σαν τραγούδι για μένα είναι λύτρωση. Το αγαπώ πολύ.

Το μελετάς ακόμη;

Ναι. Όσο μπορώ, ναι.

Αυτή σου την καθαρότητα στην αγάπη και στην προσέγγιση την έχουνε βοηθήσει οι πολλαπλές σου διαστάσεις; Δηλαδή, να σου πω ένα πράγμα που μου έλεγε κάποτε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης: αποφεύγω να συναναστρέφομαι τους ανθρώπους του χώρου αυτού, γιατί ως επί τω πλείστον δεν ασχολούνται με τίποτα άλλο.

Είναι το ίδιο ακριβώς και με εμένα. Είναι όλοι οι φίλοι μου από άλλους χώρους. Δεν νομίζω ότι έχω έχθρες σε αυτό το χώρο. Ή αν είχα κάποιες προστριβές, ήταν μικρές στιγμές και φύγανε, χωρίς να γίνει τίποτα. Απλά κάνω δύσκολα παρέα με ανθρώπους του χώρου. Και αυτό γιατί δεν μπορούσα στο ρεπό μου να συζητάω πάλι για δουλειά. Και ειδικά παλαιότερα, μιλάω για παλιά, που δουλεύαμε έξι μέρες την εβδομάδα, όταν είχες ένα ρεπό, έβγαινες έξω και ήθελες να σκεφτείς κάτι άλλο, να δεις κάτι άλλο, να κάνεις κάτι άλλο, να μιλήσεις για κάτι άλλο. Υπάρχουν τόσα πράγματα.

Και αν έβγαινες με ανθρώπους του χώρου, θα μιλούσες συνέχεια για το τραγούδι, για αυτό, για το τι γίνεται. Για τις δουλειές, για την επόμενη σεζόν, την προηγούμενη σεζόν.

Και μέσα σε όλα αυτά και παρασκηνιακά και όλα αυτά που δεν μου άρεσαν καθόλου.

Οπότε όντως, οι πολλαπλές σου διαστάσεις…

Το πολλαπλό μου είδωλλο... (γέλια). Με βοήθησε πολύ αυτό και με βοηθάει ακόμα.

Κάποτε είχα ρωτήσει τον Μαχαιρίτσα σε μια συνέντευξη, αν τραγουδάει στο σπίτι και μου είχε απαντήσει με εκείνο το αινιγματικό: τρώει ο ζαχαροπλάστης τα γλυκά που φτιάχνει ο ίδιος; Και τότε, τον είχα ρωτήσει εγώ, μήπως τρώει γλυκά από άλλα ζαχαροπλαστεία; Εσύ τραγουδάς ποτέ στο σπίτι;

Ναι, μπορεί να με πιάσει ξαφνικά. Είναι κάποιες στιγμές που μπορεί να με πιάσει αυτό και να το κάνω. Αθόρμητα έτσι.

Σε συναυλίες άλλου; Είσαι από το ακροατήριο που θα τραγουδήσει;

Α, ναι, όταν είμαι κάπου και ακούω ωραία πράγματα και τα ξέρω, μπορώ να τραγουδάω.

Και ποια είναι η καλύτερη συναυλία που έχεις δει ως ακροατής;

Απαντάω αθόρμητα με ό,τι μου έρχεται στο μυαλό. Γιατί εγώ, ιδίως μικρότερος, πήγαινα σε όλες τις συναυλίες, σε ό,τι συνέβαινε. Δύο μέρες πριν παντρευτώ, ήταν η συναυλία των Rolling Stones. Με «έφαγε» η γυναίκα μου να πάμε να δούμε αυτή τη συναυλία στο ΟΑΚΑ. Και λέγαμε, εντάξει ρε παιδί μου, αλλά τώρα να τρέχουμε Αθήνα; Θέλω κι εγώ να τους δω, να τους ακούσω. Μου λέει, πάμε, γιατί θα το μετανιώσουμε. Και δεν μπορούσα να συνέλθω μια εβδομάδα από αυτό που είδα και άκουσα και έζησα. Ήτανε... το θυμάμαι ακόμα, δηλαδή. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω ότι το είδα στην πραγματικότητα κι όχι στον ύπνο μου.

Υπάρχει κάποιο τραγούδι που ζήλεψες πολύ; Ή κάποια συνεργασία που θα ήθελες να κάνεις και κάπου σκάλωσε και δεν έγινε ή υπάρχει σαν εκκρεμότητα;

Τραγούδια έχω ζήλεψει πολλά. Αλλά αυτά όλα τα τραγούδια έχουμε τη δυνατότητα στα live μας να τα τραγουδάμε. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Οπότε, ναι, λες τι ωραία θα ήταν να είχα πει εγώ αυτό το τραγούδι να έχει μείνει στην ιστορία με εμένα. Αλλά υπάρχει πάντα η χαρά να το τραγουδήσεις κι εσύ σε ένα live.

Συνεργασίες; Πώς λέγαμε προχθές, ας πούμε, ότι ο Παπαδόπουλος δεν συνεργάστηκε ποτέ με τον Χατζιδάκι, και αυτό είναι κρίμα;

Τον Χατζιδάκι δυστυχώς δεν τον πρόλαβα. Τα χρόνια που ξεκινούσα, μάλιστα είχα ακούσει ότι είχε πει καλά λόγια για μένα σε κάποιο κοινό γνωστό, αλλά πολύ σύντομα μετά έφυγε από τη ζωή. Ο Ξαρχάκος είναι ένας συνθέτης που θα ήθελα πολύ να συνεργαστούμε. Πιστεύω, επίσης, ότι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει πάρα πολλές επιτυχίες αν είχα τραγουδήσει τραγούδια του Αντώνη Βαρδή. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάστηκα, ακόμα και δισκογραφία να μην έκανα. Εντάξει, τώρα, ο Λοΐζος, ας πούμε, αν ζούσε… Ο Λοΐζος ήταν από τα κινητρά μου για να κάνω αυτή τη δουλειά – να μπω στο τραγούδι.

Μιλάμε πολύ συχνά για τα μεγάλα τραγούδια, τα τραγούδια που θα παίζονται στη χώρα μας για πάντα και κάποια από αυτά τα τραγούδια έχουν σοβαρή ερμηνευτική απαίτηση σε τεχνικό επίπεδο. Δηλαδή, ο Αμανές στο «Μάνα μου Ελλάς» ή κάποια γυρίσματα που μπορεί να έχουν τα ρεμπέτικα ή ο τρόπος που μπορεί να πρέπει να εκφέρεις ένα τραγούδι του Μούτση…

Μα και οι ερμηνείες, οι πρώτες εκτελέσεις, ήταν πολύ σημαντικές και για αυτό αυτά τα τραγούδια ξεχώρισαν.

Ακριβώς, είχαν και οι τραγουδιστές τη συμβολή τους σε αυτά. Το ερώτημα και η ανησυχία είναι, καθώς ερχόμαστε προς τα εδώ και σε ένα πιο συγκερασμένο παρόν. Υπάρχει αυτή η γενιά, αν θέλεις, η δική σου και εσύ, που μπορείς, αυτά τα τραγούδια να τα υπηρετείς. Με ανησυχεί λίγο το παραπέρα. Ποιος τραγουδιστής σήμερα μπορεί να κάνει αυτά τα γυρίσματα με τη φωνή; Υπάρχουν τραγουδιστές; Και, σε πρώτη φάση, εννοώ αυστηρά τεχνικά, πριν μιλήσω ερμηνευτικά, γιατί φοβάμαι ότι υπάρχει ένα έλλειμμα τεχνικό.

Σαφώς υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν με αυτούς τους ήχους, γιατί δεν είναι απαραίτητο ότι όλοι μεγαλώνουμε με τα μεγάλα τραγούδια του Θεοδωράκη και του Τσιτσάνη. Και υπάρχουν πολλά παιδιά που μεγαλώνουν με αυτά και με τα πιο λαϊκά. Ξέρεις, για εμένα έγινε αυτό, τότε που ήμουν παιδάκι: οι γονείς μου ακούγανε συνέχεια λαϊκά τραγούδια. Εγώ τι θα έπαιρνα; Από εκεί «τσιμπήσα» πράγματα και πώς να σου πω; Αν, τώρα, σε ένα σπίτι ακούγεται συνέχεια hip-hop και rap μουσική τα παιδιά αυτά που θα μεγαλώσουν εκεί, θα κινηθούν σε αυτά τα είδη, αν έχουν ταλέντο και θέλουν να ασχοληθούν με την μουσική. Είναι το περιβάλλον μες στο οποίο μεγαλώνεις. Πιστεύω, όμως, ότι υπάρχουν σπίτια που ακόμα κρατάνε αυτά τα ακούσματα μέσα ζωντανά και έτσι ένα παιδί που θα ακούσει αν έχει ταλέντο μπορεί να θέλει να το ανασύρει από τη μνήμη του.

Η μάστιγα της εποχής, που έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι συναυλίες, είναι ότι όλοι έχουμε στα χέρια μας κινητά. Εσύ έχεις προλάβει την εποχή που οι άνθρωποι δεν είχαν κινητά στα χέρια και βλέπεις σήμερα την καινούργια κατάσταση με τα κινητά στα χέρια.

Καλό-κακό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Σίγουρα αποσπά την προσοχή του ακροατή.

Πώς αντιμετωπίζεις σαν τραγουδιστής αυτή την αφηρημάδα; Στο εξωτερικό γίνονται πια συναυλίες χωρίς κινητά. Δεν μιλάω τώρα για ένα νυχτερινό μαγαζί διασκέδασης. Αλλά αν κάνεις ένα αφιέρωμα στο Λοΐζο αύριο, σε ένα θέατρο...

Ε, ναι, γιατί δεν υπάρχει ο σεβασμός πια. Να πει κάποιος ότι εγώ θα το χαμηλώσω, θα το κλείσω, δύο ώρες θα το αφήσω κλειστό. Δεν ξέρω, θα ήταν λίγο περίεργο. Ειδικά στον ελληνικό λαό να του πεις να παραδώσει το κινητό του και να το παραλάβει όταν τελειώσει η συναυλία; Σίγουρα θα ήταν πολύ καλύτερα να έρθει κάποιος και να παρακολουθεί σε μια συναυλία χωρίς να βλέπει ταυτόχρονα τι γίνεται στο κινητό. Αν και ξέρω φίλους που μπορεί να πάνε σε μια συναυλία, να έχουν αφήσει το παιδί τους στο σπίτι με τη γιαγιά, να παρακολουθούν τη συναυλία και να έχουν και την κάμερα για να βλέπουν τι γίνεται στο σπίτι. Αυτού του ανθρώπου δεν μπορείς να του πεις τίποτα. Δεν μπορεί να έρθει ένας άνθρωπος σε μια συναυλία και να έχει κάποιον άρρωστο δικό του άνθρωπο στο σπίτι. Εκεί τι να του πεις; Μπορεί να τον καλέσουν ανά πάσα στιγμή. Σαφώς, όμως, ναι, είναι μάστιγα τα κινητά.

Κάποιος θα έλεγε ότι και πριν από είκοσι χρόνια πάλι ερχόντουσαν στις συναυλίες άνθρωποι που είχαν τη γιαγιά στο σπίτι, που είχαν έναν άρρωστο και κάπως το οργανώνανε.

Θυμάμαι μια ιστορία που δεν μπορώ να την ξεχάσω γιατί μου είχε κάνει εντύπωση. Ήταν αρχές της δεκαετίας του '90, μόλις είχα βγει στο τραγούδι δηλαδή. Είχα δύο-τρεις δίσκους μόλις στην αρχή. Ήταν η εποχή που ήρθαν τα πρώτα κινητά στην Ελλάδα. Που έμοιαζαν με παντόφλες.

Σα να κουβαλούσες βαράκι.

Ναι, ναι (γέλια). Ήταν μια μέρα στην εταιρεία μου στη Sony και μου λέει ο Δημήτρης Γιαρμενίτης, που ήταν τότε διευθυντής: «Έχουν έρθει κάποιοι από τη μαμά Sony και θα βρεθούμε μέσα να μιλήσουμε. Αμα δεν έχεις δουλειά, έλα παρέα μας». Και πήγα. Λίγα χρόνια πριν είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν τα πρώτα CD. Δηλαδή, τότε, μου είχε κάνει εντύπωση ότι ο πρώτος μου δίσκος, το «Δεν έχω ιδέα», εκτός από βινύλιο, είχε βγει και σε CD. Ήταν απίστευτο. Ήταν τα πρώτα χρόνια. Δεν είχε πέντε χρόνια ακόμα στην Ελλάδα που είχαν βγει τα CD. Αρχίζει, λοιπόν, μια συζήτηση, όπου λέγανε για το μέλλον των CD. Και λέγανε αυτοί οι Αμερικάνοι, ότι το CD είναι πεθαμένο είδος: «Έχει πεθάνει αυτό. Πλέον το μέλλον είναι εδώ». Και έδειχνε το κινητό. «Σε λίγα χρόνια, ο κόσμος θα μπορεί να ακούσει μουσική από εδώ, να παρακολουθήσει ειδήσεις από εδώ». Τελειώνει η συνάντηση και λέω: «Τι παίρνουν αυτοί οι άνθρωποι; Τι τους ποτίσατε και λέγανε αυτά τα πράγματα;»

Αυτό έχει λίγο, ίσως, ευτελίσει και το προϊόν. Γιατί εγώ έχω ζήσει την περίοδο που περίμενα ή πήγαινα στο δισκοπωλείο στο Χαλάνδρι κάθε μέρα, να δω αν ήρθε ο καινούριος δίσκος του τάδε καλλιτέχνη.

Να πας στο σπίτι να τον βγάλεις από τη ζελατίνα, να τον ανοίξεις, να δεις τις φωτογραφίες, τους στίχους.

Εγώ κοιτούσα μέχρι και ποιος παίζει.

Ήταν γιορτή τότε και επειδή εκείνη την εποχή δεν ήταν τόσο εύκολο να πάρεις δέκα (10) δίσκους, όπως κάποια στιγμή έγινε και με τα cds: να πάω να πάρω 5-6 να έχω. Πήγαινες και έπαιρνες έναν τώρα, έναν μετά από κάτι μήνες, έναν μετά...

Έχω μια τελευταία ερώτηση που είναι λίγο πιο τεχνική, θέλω όμως να στην κάνω: ποια είναι η χαμηλότερη και ποια η ψηλότερη νότα που «έχεις»;

Έχω μεγάλη έκταση. Από λα χαμηλό μέχρι λα ψηλό. Καλύπτει τρεις οκτάβες. Σκέψου στο πρώτο μου τραγούδι, στο «Δεν έχω ιδέα», ξεκινούσα από σολ και κατέληγα στο σολ κάτω. Μέσα στα χρόνια κατέβηκα και κάτω από το λα. Μου κάνουν πλάκα οι μουσικοί ότι «κατέβηκα πάλι στο υπόγειο» (γέλια).

Πάντως, στο «Καρφί», στον καινούργιο δίσκο, έχεις μια πολύ ωραία χαμηλή περιοχή στα κουπλέ.

Ισχύει.

Και «γράφει» πολύ ωραία ο στίχος σε αυτό το σημείο.

Αυτή η περιοχή ήταν μια «διαδρομή» στην οποία με έβαλε η Δήμητρα (Γαλάνη). Με βοήθησε στο στούντιο, εκεί στο «Δεν έχω ιδέα», το 1989: «πρέπει να χτίσεις τις χαμηλές, να γεμίσουν». Προσπάθησε, μου είπε, μέσα στο χρόνο να αναπτύξεις τις χαμηλές σου.

Ο κόσμος έχει την εντύπωση ότι οι τραγουδιστές δουλεύουν μόνο όταν βρίσκονται πάνω στη σκηνή.

Θέλει πολλή δουλειά. Θέλει μαθήματα. Θέλει κόπο εκτός σκηνής.

Αυτό όμως δεν ενισχύει και την διάρκεια; Θα μπορέσεις, έτσι, να τραγουδήσεις περισσότερα χρόνια σε καλύτερη κατάσταση;

Εννοείται. Εγώ δεν έκανα πάρα πολύ καιρό μαθήματα. Αλλά επειδή είμαι μουσικός, κράτησα τις ασκήσεις που έμαθα και τις τήρησα (και τις τηρώ) ευλαβικά έκτοτε.

BREAKING MUSIC