H Quiet Storm του Jamie Woon

Μια πορεία από το σκοτεινό Λονδίνο, την BRIT School και τον Burial, μέχρι την επιστροφή του στην Ελλάδα

BREAKING
 

Μια πορεία από το σκοτεινό Λονδίνο, την BRIT School και τον Burial, μέχρι την επιστροφή του στην Ελλάδα

Του Μάριου Αποστόλου

Στη σύγχρονη ποπ και ηλεκτρονική μουσική, όπου οι κυκλοφορίες μοιάζουν συχνά με προϊόν γρήγορης κατανάλωσης, ο Jamie Woon αποτελεί μια εξαίρεση. Με μια πορεία που μετρά πάνω από δύο δεκαετίες, διαγραμμένη από εσωτερικές αναζητήσεις και ατμοσφαιρικές μουσικές, ανάμεσα στη soul και την electronica, ο Βρετανός τραγουδοποιός και παραγωγός παραμένει μια από τις πιο χαρισματικές φωνές της γενιάς του. Καθώς ετοιμάζεται να επισκεφθεί την Ελλάδα για δύο πολυαναμενόμενες συναυλίες στις 22 Σεπτεμβρίου στο WE στη Θεσσαλονίκη και στις 23 Σεπτεμβρίου στο gazarte ground stage στην Αθήνα αξίζει να κάνουμε μια αναδρομή στη διαδρομή ενός καλλιτέχνη που έμαθε να χτίζει κόσμους μέσα από τον ρυθμό και το συναίσθημα.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Νιού Μόλντεν του ευρύτερου Λονδίνου, ο Jamie Woon κουβαλά ένα πολυπολιτισμικό DNA, γιος Μαλαισιανοκινέζου πατέρα και Σκωτσέζας μητέρας (της γνωστής τραγουδίστριας της κέλτικης και φολκ μουσικής Mae McKenna), ήρθε από νωρίς σε επαφή με εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια η παράδοση, η φωνητική αρμονία και η εσωτερίκευση των μελωδικών σχημάτων από τη μητέρα του, και από την άλλη η αγάπη του πατέρα του για τα άλμπουμ και τη μουσική ακρόαση στο αυτοκίνητο.

Τα σχολικά του χρόνια στη θρυλική BRIT School, την ίδια κοιτίδα ταλέντων που έβγαλε την Adele, την Katy B και τη Jessie J, τον βρήκαν στην τάξη ακριβώς πάνω από την Amy Winehouse. Παρότι η Amy αποχώρησε νωρίς για να κυνηγήσει τη δισκογραφία της, ο Woon τη θυμάται ως μια φιγούρα «ακραία, ευαίσθητη και ξεκαρδιστική με μια φωνή που κουβαλούσε ασύλληπτο πάθος».

Ωστόσο, η δική του διαδρομή δεν είχε την ίδια εκρηκτική ή βιαστική τροχιά. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η βρετανική underground σκηνή έβραζε. Ο Woon εμφανίστηκε ξαφνικά στο προσκήνιο με το EP Wayfaring Stranger (2007) και κυρίως με το παγκοσμίως γνωστό single “Night Air” (2010), το οποίο συν-παρήγαγε με τον μυστηριώδη και ιδιοφυή Burial. Το κομμάτι αυτό –μαζί με το remix του Ramadanman– όρισε τον ήχο μιας ολόκληρης εποχής. Post-dubstep ατμόσφαιρες, θλιμμένα R&B φωνητικά και νυχτερινή αστική μελαγχολία. Η επιτυχία αυτή τον οδήγησε στην τιμητική τέταρτη θέση στη διάσημη λίστα Sound of 2011 του BBC.

Το πολυαναμενόμενο ντεμπούτο άλμπουμ του, Mirrorwriting (2011), άργησε να κυκλοφορήσει ακριβώς επειδή ο Woon αρνήθηκε να υποκύψει στις πιέσεις της βιομηχανίας. Για να απομονωθεί από τους περισπασμούς, πέρασε μήνες στην Κορνουάλη και στα Cotswolds, χωρίς τηλέφωνα, ίντερνετ ή κοινωνικά δίκτυα, γράφοντας μουσική κυρίως μέσα στη νύχτα.

«Ήταν μια ιδιότυπη κατάσταση, όπου το μόνο που σκέφτεσαι είναι η δουλειά και τι θα μαγειρέψεις για βράδυ», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά. Το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος βαθιά ενδοσκοπικός, γεμάτος υπαρξιακές αγωνίες και εσωτερικά ερωτήματα. Η συνεργασία του με τον Burial άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη φιλοσοφία του. Όπως έχει εξομολογηθεί, του έμαθε να μην είναι ποτέ οκνηρός με τους ήχους του, να ψάχνει ηχογραφήσεις με ειδικό νόημα και να «συσσωρεύει νοήματα», ώστε ο ακροατής να αισθάνεται κάτι βαθύ ακόμα κι αν δεν μπορεί να το εξηγήσει με λέξεις.

Μετά από μια περίοδο τραυματισμών και ακυρώσεων το 2012, ο Woon απομακρύνθηκε για λίγο από τα φώτα της δημοσιότητας και επέστρεψε το 2015 με το άλμπουμ Making Time και το κολλητικό single “Sharpness”. Τα τραγούδια εκείνης της περιόδου γεννήθηκαν μέσα σε μια μακρά, αβέβαιη περίοδο πριν γεννηθεί η κόρη του. Η πατρότητα και η ωρίμανση της προσωπικής του ζωής άλλαξαν άρδην τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει τους στίχους του. Πλέον, η μουσική δεν είναι απλώς ένας χώρος εσωτερικής ανάλυσης της αγωνίας, αλλά ένα δώρο και μια πράξη λύτρωσης.

Το 2025, ο καλλιτέχνης επέστρεψε δισκογραφικά με το νέο άλμπουμ “3, 10, Why, When”, έχοντας στο πλευρό του τον έμπειρο παραγωγό Martin Terefe, ο οποίος τον βοήθησε να «σπάσει το αδιέξοδο» της υπερβολικής σκέψης. Με νέα singles όπως τα “Heavy Going” και “A Velvet Rope”, ο Woon αποδεικνύει ότι δεν έχει χάσει ούτε στο ελάχιστο τη χαρακτηριστική κινηματογραφική του ατμόσφαιρα, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «αφαντασιακός» (δεν σχηματίζει εύκολα εικόνες στο μυαλό του όταν ακούει μουσική, αλλά καθοδηγείται αποκλειστικά από τον ρυθμό και τη σωματική αίσθηση του groove).

Σήμερα, ο Jamie Woon αντιμετωπίζει τη μουσική με μια αξιοζήλευτη γαλήνη. Όπως ο ίδιος παραδέχεται με χιούμορ, έχει αποβάλει τον σνομπισμό των νεανικών του χρόνων όπως και ο ίδιος αναφέρει «Όταν είσαι νέος, νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα και τι είναι cool. Μετά καταλαβαίνεις ότι ήμουν απλώς ένας βαρετός σνομπ! Τώρα πια έχω συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι δεν ξέρω τι είναι cool, οπότε απλά δεν προσπαθώ καν». 

Οι επερχόμενες εμφανίσεις του σε Θεσσαλονίκη (22/9, WE) και Αθήνα (23/9, gazarte ground stage) είναι μια σπάνια ευκαιρία να βιώσουμε ζωντανά την αισθητική ενός δημιουργού που ξέρει πώς να κάνει χιλιάδες ανθρώπους να χορεύουν και να ταξιδεύουν μέσα από τους ήχους της ηλεκτρονικής μουσικής του.

BREAKING MUSIC