Πήγαμε, Είδαμε: «Deep για Deep Purple»

Οι Deep Purple επέστρεψαν στην Αθήνα. Μαζί τους και μερικά πράγματα που επιμένουν να μη μεγαλώνουν

BREAKING
 

Οι Deep Purple επέστρεψαν στην Αθήνα. Μαζί τους και μερικά πράγματα που επιμένουν να μη μεγαλώνουν

Του Τάσου Παπαϊωάννου

Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού

Τρία χρόνια μετά την προηγούμενη εμφάνισή τους στη χώρα μας, οι Deep Purple βρίσκονταν ξανά μπροστά στο αθηναϊκό κοινό, με τον Ian Gillan, στα ογδόντα ένα του πια, να παίρνει τη θέση του δίπλα στους υπόλοιπους μουσικούς. Για μια φευγαλέα στιγμή τον κοιτάξαμε με εκείνη την αδιακρισία που επιφυλάσσουμε στους ανθρώπους με τους οποίους μεγαλώσαμε, ενώ κι εκείνοι, από την άλλη πλευρά της σκηνής, έχουν δει το κοινό τους να μεγαλώνει. Προτιμώ, πάντως, να μην τον αντιμετωπίζω σαν έκθεμα αντοχής, απαιτώντας να νικήσει τον χρόνο για λογαριασμό μας, όταν μας έχει ήδη δώσει τραγούδια με τα οποία συνηθίσαμε να μετράμε τον δικό μας.

Όταν οι Deep Purple ήρθαν για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 1991, το Made in Japan πλησίαζε τα είκοσι χρόνια και μας φαινόταν ήδη παλιό. Χθες, τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, στη σκηνή βρίσκονταν ακόμη κάποιοι άνθρωποι που είχαν παίξει σ’ εκείνον τον δίσκο. Ας μην κάνουμε τους υπολογισμούς, λοιπόν, γιατί μάλλον αφορούν κι εμάς.

Υπάρχει, όμως, μια κατάφωρη αδικία σε αυτή τη σύγκριση. Οι δίσκοι έχουν το προνόμιο να μη γερνούν. Μπορείς να επιστρέψεις σε έναν δίσκο ύστερα από όσα χρόνια θέλεις και να τον βρεις εκεί όπου τον άφησες, με τις ίδιες νότες, τις ίδιες ανάσες, κάθε όργανο να περιμένει υπομονετικά τη σειρά του. Στο μεταξύ, εσύ έχεις αλλάξει σπίτια, δουλειές, συνήθειες, έχεις αγαπήσει ανθρώπους που δεν βλέπεις πια και έχεις ξεχάσει πράγματα που κάποτε ορκιζόσουν πως θα θυμάσαι για πάντα. Κι εκείνος ο καταραμένος δίσκος εξακολουθεί να μην έχει πάρει είδηση πως πέρασε έστω και μία μέρα.

Στο Made in Japan, το ζωντανό άλμπουμ που έγινε ορόσημο στην ιστορία του ροκ, ο Blackmore τέντωνε τις κιθαριστικές φράσεις του ώσπου να ακουστούν αγενείς, ο Jon Lord τού απαντούσε με το Hammond κι ο Ian Paice κρατούσε το σύνολο σε τάξη. Από τους πέντε όρους εκείνης της εξίσωσης, ο ένας ακολούθησε τον δρόμο του, ο άλλος έφυγε από τη ζωή και οι τρεις που απέμειναν έχουν μεγαλώσει. Αλλά αρκετά με το παρελθόν. Μπροστά μας βρίσκονταν πέντε μουσικοί, έτοιμοι να μας προσφέρουν τη μουσική τους όπως την παίζουν σήμερα.

Χθες, λοιπόν, ο Paice και ο Roger Glover έπαιζαν με τη συνεννόηση παλιών συνεργών. Μαζί τους κι ο Don Airey, που ξέρει καλά πως το όργανο στους Deep Purple δεν ήταν ποτέ έπιπλο πίσω από την κιθάρα, αλλά ο δεύτερος άνθρωπος στον μουσικό καβγά. Απέναντί του ο Simon McBride, που μαζί με τη θέση του κιθαρίστα κληρονόμησε και τη σκιά του Ritchie Blackmore. Ο McBride, πάντως, δεν έδειξε να χάνει τον ύπνο του. Έχει πλέον δική του παρουσία στη δισκογραφία των Purple και στη σκηνή στεκόταν ως ισότιμο μέλος. Άκουγε τον Airey, του απαντούσε, έπαιρνε τις δικές του πρωτοβουλίες. Και έπαιξε, για να είμαστε δίκαιοι, παράλογα καλά.

Το Highway Star άνοιξε τη βραδιά με ορμή και πειθαρχία, το Into the Fire έφερε την παλιά τραχύτητα, ενώ στο Lazy κιθάρα και όργανο συζητούσαν, διαφωνούσαν, προκαλούσαν το ένα το άλλο, γνωρίζοντας ακριβώς πότε να σταματήσουν. Τα Arrogant Boy, Diablo και Sacred Land από το φετινό Splat!, μαζί με τα A Bit on the Side και Lazy Sod από το προηγούμενο άλμπουμ, διεκδίκησαν θέση ανάμεσα στα κλασικά. Δεν συνάντησαν όλα την ίδια ανταπόκριση. Μια μπάντα, όμως, που εξακολουθεί να παίζει με τέτοια ένταση, να αυτοσχεδιάζει και να επιμένει σε νέο υλικό, προφανώς δεν ανέβηκε στη σκηνή για να εξαργυρώσει αναμνήσεις.

Ο Gillan χρειαζόταν τις ανάσες του. Κιθαριστικό σόλο, σόλο πλήκτρων, ξανά κιθάρα, ολόκληρο το οπλοστάσιο των Deep Purple σε πλήρη ανάπτυξη. Κλισέ, θα πει κάποιος. Σε μια συναυλία μιάμισης ώρας, όμως, ο άνθρωπος δικαιούται να ξεκουραστεί, διάολε. Είναι ογδόντα ενός. Εμείς ξενυχτάμε ένα βράδυ και θέλουμε δύο ημέρες για να συνέλθουμε. Όσο για εκείνους που αναρωτήθηκαν γιατί δεν τραγουδάει πια το Child in Time, ας επιστρέψουν στις παλιές ηχογραφήσεις. Εκεί θα ακούσουν μια φωνή που έφτανε σε ύψη απρόσιτα πλέον για τον σημερινό Gillan. Αν θέλουμε να υπολογίσουμε πόσες νότες του λείπουν, μπορούμε να κρατήσουμε σημειώσεις, μια ασχολία ανησυχητικά κοντά στη λογιστική. Στο Sometimes I Feel Like Screaming ακούσαμε έναν τραγουδιστή με τους φυσιολογικούς περιορισμούς της ηλικίας του, αλλά και με όσα εξακολουθεί να έχει να δώσει. Στα Perfect Strangers και Space Truckin’ ξαναβρήκε τη δύναμη, την ένταση και εκείνη τη γνώριμη θεατρικότητα που έκανε τη φωνή του ξεχωριστή. Ήταν από τις δυνατότερες στιγμές της βραδιάς, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστούμε την ηλικία του ως ελαφρυντικό.

Η ίδια ένταση μας οδήγησε στο Smoke on the Water, καταδικασμένο επί δεκαετίες να κακοποιείται από αρχάριους κιθαρίστες σε δωμάτια με κακή ηχομόνωση. Χθες ακούστηκε επιτέλους όπως γράφτηκε, από τους ίδιους τους Deep Purple αυτή τη φορά. Το Hush και το Black Night έκλεισαν τη βραδιά με το κοινό να συμμετέχει πια σε μια γιορτή που κανείς δεν βιαζόταν να τελειώσει. Είχαν προηγηθεί οι καθιερωμένες ευχαριστίες προς το ελληνικό κοινό, μαζί με τον «Ζορμπά» και τα «Παιδιά του Πειραιά» στα πλήκτρα. Ο Airey φρόντισε να μη μείνει κανένα ελληνικό στερεότυπο παραπονεμένο.

Δέκα με δώδεκα χιλιάδες άνθρωποι, με περισσότερα γκρίζα μαλλιά από αναμμένες οθόνες, παρακολουθούσαν τη συναυλία. Βγαίνοντας, άκουσα κάποιον να λέει πως τους είχε δει καλύτερους. Το πιστεύω. Τους είχαμε δει και νεότερους, αυτό είναι βέβαιο. Αλλά τι σημασία έχει; Ίσως επιστρέφουμε στις συναυλίες και γι’ αυτό, για να ανακαλύψουμε αν κάτι που γνωρίζουμε απ’ έξω μπορεί ακόμη να μας αιφνιδιάσει. Οι δίσκοι θα διατηρήσουν τη φωνή του Gillan όπως ήταν. Εμείς ακούσαμε εκείνον όπως είναι, με μια μπάντα πραγματικά ζωντανή.

Για την ηλικία τους, και για τη δική μας, δεν ήταν καθόλου άσχημη συμφωνία.

 

BREAKING MUSIC