SPACE GRAVEL: «Η ιστορία πρέπει να ειπωθεί μέσα από τη μουσική»
Συνέντευξη με την heavy psych instrumental μπάντα από την Αθήνα, με αφορμή το single «End of Days»

Με αφορμή το live στο Half Note, ο μουσικός γράφει στο loaded
Το Σάββατο 16 Μαΐου, το Half Note Jazz Club φιλοξενεί ξανά, τέσσερις μοναδικούς μουσικούς, τους Κώστα Μπαλταζάνη, Μπάμπη Τυρόπουλο, Γιάννη Παπαδόπουλο και Δημήτρη Κλωνή, σε ένα live που φέρνει στο προσκήνιο τη συνάντηση της jazz με τα blues και τη soul, μέσα από έναν ήχο γεμάτο groove, ένταση και αυθόρμητη σκηνική ενέργεια.
Με αφορμή το live, o Κώστας Μπαλταζάνης γράφει στο loaded και εξηγεί τι είναι το Voodoo Groove”.
.jpg)
«Το “Voodoo Groove” προέκυψε σε μια στιγμή που ένιωσα ότι υπήρχε ανάγκη για μια νέα μουσική συνάντηση. Με τον Μπάμπη Τυρόπουλο βρεθήκαμε σε μια περίοδο δημιουργικής αναζήτησης, αρχίσαμε να μιλάμε για ήχους, ιδέες και κατευθύνσεις, και πολύ γρήγορα καταλάβαμε ότι αυτό που θέλαμε να κάνουμε δεν χρειαζόταν πολλές εξηγήσεις. Έπρεπε απλώς να παίξουμε μαζί.
Για εμένα, η μουσική είναι πρώτα απ’ όλα ένας τρόπος επικοινωνίας. Μέσα από αυτήν γνωρίζεις πραγματικά τον άλλον: τον τρόπο που ακούει, που αντιδρά, που αφήνει χώρο, που παίρνει πρωτοβουλία. Έτσι γεννήθηκε και το “Voodoo Groove” — όχι ως μια προκαθορισμένη ιδέα πάνω στο χαρτί, αλλά ως μια ζωντανή συνομιλία που άρχισε να αποκτά σχήμα μέσα από τον ήχο.
Ο τίτλος κουβαλάει αυτήν ακριβώς την αίσθηση. Το groove είναι ο παλμός, η βάση, η ενέργεια που κρατάει τη μουσική ενωμένη. Είναι αυτό που κάνει ένα κομμάτι να αναπνέει και να σε παρασύρει. Το “Voodoo”, από την άλλη, δίνει μια πιο μυσταγωγική διάσταση — αυτή την ανεξήγητη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει η μουσική όταν οι άνθρωποι πάνω στη σκηνή συντονίζονται πραγματικά.
Το πρόγραμμα κινείται ανάμεσα στη jazz, τα blues και τη soul, αλλά εγώ δεν τα βλέπω ως ξεχωριστά κουτάκια. Το blues είναι η ρίζα. Από εκεί ξεκινούν πολλά πράγματα, και μέσα από αυτή τη ρίζα η jazz και η soul μπορούν να συνυπάρξουν πολύ φυσικά. Η jazz φέρνει την ελευθερία, τον αυτοσχεδιασμό, την αναζήτηση της στιγμής. Η soul φέρνει την αμεσότητα, το συναίσθημα, τη σύνδεση με το κοινό. Όταν υπάρχει αλήθεια στον ήχο, αυτά τα ιδιώματα δεν συγκρούονται· συναντιούνται.
Στο live θα παρουσιάσουμε κυρίως πρωτότυπες συνθέσεις, δικές μου και του Μπάμπη. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα, γιατί δεν πρόκειται απλώς για ένα πρόγραμμα διασκευών ή για μια αναφορά σε αγαπημένες μουσικές. Είναι υλικό που κουβαλάει τη δική μας προσωπική διαδρομή, τις επιρροές μας, αλλά και τη διάθεση να πούμε κάτι δικό μας σήμερα.
Με τον Δημήτρη Κλωνή στα τύμπανα και τον Γιάννη Παπαδόπουλο στα keyboards, το κουαρτέτο αποκτά έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα. Ο καθένας φέρνει τη δική του μουσική προσωπικότητα, και αυτό είναι που κάνει το σχήμα ζωντανό. Δεν με ενδιαφέρει μια μουσική που αναπαράγεται μηχανικά με τον ίδιο τρόπο κάθε βράδυ. Με ενδιαφέρει να υπάρχει χώρος, ρίσκο, αντίδραση, πραγματική συνομιλία.
Ο αυτοσχεδιασμός είναι βασικό κομμάτι αυτής της διαδικασίας. Υπάρχουν οι συνθέσεις, υπάρχει η φόρμα, υπάρχουν οι μελωδίες, αλλά από εκεί και πέρα κάθε βραδιά ανοίγει διαφορετικούς δρόμους. Ο κάθε μουσικός προσεγγίζει το υλικό με τον δικό του τρόπο και η μουσική αρχίζει να διαμορφώνεται εκείνη τη στιγμή. Αυτό είναι και το πιο όμορφο στοιχείο του live: ότι δεν μπορεί να επαναληφθεί ακριβώς το ίδιο.
Πάνω στη σκηνή καταλαβαίνεις ότι κάτι συμβαίνει πραγματικά όταν σταματάς να σκέφτεσαι τεχνικά και αρχίζεις να ακούς βαθύτερα. Όταν νιώθεις ότι η μπάντα αναπνέει σαν ένας οργανισμός και ότι το κοινό μπαίνει κι αυτό μέσα σε αυτή την αναπνοή. Εκεί δημιουργείται μια ενέργεια που δεν μπορείς να την κατασκευάσεις. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει.
Έχω ζήσει αρκετές τέτοιες στιγμές, αλλά μία που μου έχει μείνει πολύ έντονα ήταν σε ένα club στη Νέα Υόρκη. Παίζαμε, και μέσα στο κοινό βρισκόταν ένα brass band που είχε μόλις τελειώσει τη δική του εμφάνιση. Κάποια στιγμή, χωρίς καμία προειδοποίηση, άρχισαν να παίζουν μαζί μας. Ξαφνικά βρεθήκαμε πολλοί μουσικοί πάνω και γύρω από τη σκηνή, σε ένα αυθόρμητο jam που θύμιζε Νέα Ορλεάνη. Ο κόσμος χόρευε, η ενέργεια ανέβαινε συνεχώς, και για λίγη ώρα όλοι βρεθήκαμε μέσα στο ίδιο κύμα. Τέτοιες στιγμές σου θυμίζουν γιατί παίζεις μουσική.
Αυτό θα ήθελα να συμβεί και στο Half Note: να δημιουργηθεί μια βραδιά που να μην είναι απλώς μια συναυλία, αλλά μια εμπειρία. Να φύγει ο κόσμος έχοντας νιώσει τον παλμό, τη μελωδία, την επικοινωνία. Να του μείνει κάτι — μια φράση, ένα groove, μια στιγμή, μια αίσθηση.
Αν κάποιος φεύγοντας σιγοσφυρίζει μια μελωδία στον δρόμο της επιστροφής, τότε για μένα η μουσική έχει κάνει τη δουλειά της».