Πήγαμε, είδαμε Megadeth, Sepultura και Sylosis στο Release Athens

Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού
Ήταν δίχως αμφιβολία η ημέρα που μαζεύτηκε στην πλατεία Νερού, για συναυλία, ο περισσότερος κόσμος ever. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τέτοιος λαός εκεί, κοντά στις 25 χιλιάδες, μπλόκαρε το σύμπαν στο Φάληρο και όχι μόνο. Ο Maby μετρούσε 15 χρόνια απουσίας οπότε σάλπισε κάλεσμα κανονικό, ζήσαμε ένα reunion από τα λίγα, οι 40αρηδες και οι 50αρηδες θυμήθηκαν τα νιάτα τους και ξέδωσαν.
Του Δημήτρη Κανελλόπουλου
Μουσικά η συναυλία δεν έλεγε και πολλά πράγματα (προσωπικά δεν μου έλεγε τίποτε), είναι ξεπερασμένος (παρωχημένος) καλλιτέχνης ο Moby, έχει να βγάλει καλό τραγούδι εδώ και δεν ξέρω πόσα χρόνια, μπορεί 15 μπορεί και 20. Σαν πάρτι όμως, σαν live, δεν άφησε κανέναν με παράπονο. Τίμιος ο Moby, βγήκε στις 10 παρά 20 και έπαιξε για μιάμιση ώρα, κάνοντας μία αναδρομή στην καριέρα του. Ιδίως στα πρώτα της χρόνια.
Κάπως έτσι θυμηθήκαμε τον Moby τον παλιό, με τα αμέτρητα thank you και την διαρκή κίνησή του στη σκηνή. Και Natural Blues και We Are All Made of Stars και Extreme Ways και Why Does My Heart Feel So Bad? σε μία πολύ κακή εκτέλεση που αφαιρούσε τη μαγεία του κομματιού. Βέβαια, την άθλια διασκευή στο Heroes αμέσως πιο πριν δεν την έπιανε, πήρε το καλύτερο κομμάτι του David Bowie και μοίρασε χασμουρητά στον κόσμο. Ήταν η αρχή της «κοιλιάς» του live, βρήκαν όλοι ευκαιρία να πάνε στα μπαρ.
Εννοείται ότι η ενέργεια του κόσμου ήταν το κάτι άλλο. Από την αρχή. Φάνηκε ότι το περίμεναν πολλοί αυτό το live ώστε να θυμηθούν τα παλιά. Σημειώστε ότι δεν υπήρχαν πιτσιρικάδες στην πλατεία Νερού ούτε για δείγμα.
Κλείσιμο με Lift Me Up και Feeling So Real, από τις λίγες περιπτώσεις που το techno υπερίσχυσε των γυναικείων φωνών. Ιστορική εμφάνιση αυτή για το Release Athens, σημαδεύει το καλοκαίρι του 2026.
Του Τάσου Παπαϊωάννου
Δανειζόμενος τον τίτλο της ταινίας του Νίκου Νικολαΐδη, μπορούμε να πούμε, παραφράζοντάς τον, ότι τα «σκουπίδια» τραγουδάνε ακόμα. Στην περίπτωση των Garbage, μάλιστα, τραγουδάνε ακόμα πολύ καλά, μπροστά σε χιλιάδες άλλα «κουρέλια» που βρέθηκαν εκεί για το κάλεσμα. Ηλικιακά μιλάμε πάντα, μην παρεξηγηθούμε και τρέχουμε.
Από κάτω λοιπόν, τα υπόλοιπα «κουρέλια» άκουγαν, χόρευαν, στέκονταν και θυμούνταν, με λίγο πιο προσεκτικές κινήσεις, με μέσες που κατά διαστήματα έστελναν προειδοποιήσεις, με γόνατα που ζητούσαν μια μικρή ξεκούραση, αλλά και με πολλά χαμόγελα που εμφανίζονταν κάθε φορά που ξεκινούσε ένα τραγούδι που δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες συστάσεις. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση των Garbage στη χώρα μας, πολλοί ήμασταν ξανά εκεί, άλλοι για εκείνους, άλλοι και για τον Moby που ακολουθούσε, οι περισσότεροι μάλλον για όλο το πακέτο.
Ο κόσμος ήταν ήδη αρκετός από νωρίς και προς το τέλος της εμφάνισής τους είχε γίνει χιλιάδες, όμως οι Garbage δεν έδωσαν την αίσθηση ενός συγκροτήματος που απλώς κρατούσε τη σκηνή ζεστή για το επόμενο μεγάλο όνομα. Στάθηκαν με την αυτοπεποίθηση μιας μπάντας που ξέρει πολύ καλά τι κουβαλάει και, κυρίως, ξέρει ακόμα πώς να το μεταδώσει, χωρίς να ζητήσει ειδική μεταχείριση λόγω προϋπηρεσίας.
Από την εισαγωγή με το There’s No Future in Optimism, το Hold και το Empty, μέχρι τα παλιά γνώριμα χτυπήματα, το Stupid Girl, το I Think I’m Paranoid, το Special, το Push It και φυσικά το Only Happy When It Rains, τα τραγούδια πέρασαν στο κοινό με σώμα και ένταση. Ακούγονταν ακόμα καθαρά και ζωντανά, έχοντας από την αρχή εκείνο το μείγμα θυμού, ειρωνείας, σκοτεινής pop ευφυΐας και ηλεκτρικής μελαγχολίας που τους επιτρέπει να επιστρέφουν χωρίς να ζητούν άδεια από τη νοσταλγία.
Η φωνή της Shirley Manson ήταν σε εξαιρετική κατάσταση, ο Butch Vig κρατούσε τον ρυθμό με την ακρίβεια ανθρώπου που ξέρει όσο λίγοι πώς χτίζεται ένας ήχος, ενώ ο Duke Erikson, ο Steve Marker και η Ginger Pooley έδεναν το σύνολο με την άνεση μιας μπάντας που, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει πολλά, τα αποδείκνυε παρ’ όλα αυτά. Κάπως έτσι, η απόσταση των χρόνων μίκραινε όσο έπρεπε για να δούμε πως μερικά τραγούδια συνεχίζουν να βρίσκουν δρόμο προς το σώμα, ακόμα κι όταν το σώμα έχει αρχίσει να κάνει τα παράπονά του πιο τακτικά.
Η Shirley Manson, με το μαύρο kilt της, Σκωτσέζα γαρ, ήταν ομιλητική, ζεστή και απολύτως παρούσα. Μίλησε με θέρμη για την Αθήνα και τον πολιτισμό της, θυμήθηκε την πρώτη συναυλία των Garbage στην Ελλάδα, το 1998, όταν είχαν έρθει ως headliners, κι εμείς θυμηθήκαμε μαζί της και την παλιά ιστορία με την Patti Smith: εκείνη τη δήλωσή της πως οι διοργανωτές μάλλον είχαν κάνει κάποιο λάθος, αφού headliner θα έπρεπε να είναι η Patti και όχι το δικό της συγκρότημα. Οι αναφορές αυτές, μαζί με την πραγματικά καλή και ειλικρινή της διάθεση, έφτιαξαν μια ωραία γέφυρα ανάμεσα σε εκείνη τη βραδιά και τη χθεσινή. Και το κοινό μπήκε αμέσως σε αυτή τη γέφυρα, με την αναγνώριση ανθρώπων που θυμούνται το ίδιο πράγμα από διαφορετικές θέσεις.
Ο ήχος ήταν εξαιρετικός, καθαρός, δυνατός, σφιχτός, όπως θα περίμενε κανείς από ένα συγκρότημα που έχει στις τάξεις του έχει τον Butch Vig, έναν από τους πιο εμβληματικούς παραγωγούς της σύγχρονης μουσικής ιστορίας. Kάπως έτσι λοιπόν, τα «σκουπίδια» τραγούδησαν ακόμα, τα «κουρέλια» από κάτω άκουσαν, χόρεψαν, στάθηκαν, θυμήθηκαν και, όταν ήρθε μετά ο Moby, χόρεψαν ακόμα περισσότερο, γιατί τελικά οι αντοχές εμφανίζονται εκεί που δεν τις περιμένεις.
Καλά να είμαστε λοιπόν. Όχι σε άλλα τριάντα χρόνια, ας μη δίνουμε μεγάλες υποσχέσεις, γιατί το πρόγραμμα δεν βγαίνει. Αλλά σύντομα να τους ξαναδούμε, να τους ξανακούσουμε και να ξαναθυμηθούμε ότι μερικά τραγούδια συνεχίζουν να μας σηκώνουν από τη θέση μας.














