Πάντα γελαστοί και γελασμένοι στο Λυκαβηττό για το αφιέρωμα στον Θάνο Μικρούτσικο

 
REVIEWS

 

Του Γιώργου Μυζάλη

Στο τέλος της συναυλίας, οι πέντε ερμηνευτές ενώθηκαν σε μία φωνή και τραγούδησαν τους στίχους του Ναζίμ Χικμέτ, όπως τους απέδωσε στα ελληνικά ο Γιάννης Ρίτσος:
«...κι αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο απ' όλα, δεν στο έχω πει ακόμα».
Εκείνη τη στιγμή, βαθιά συγκινημένος, σκέφτηκα πόσο ταιριάζει αυτός ο στίχος όχι μόνο στα τραγούδια, αλλά και στην ίδια την προσωπικότητα του Θάνου Μικρούτσικου. Επτά χρόνια μετά την απουσία του, ο συνθέτης μοιάζει ακόμη να μην μας έχει αποκαλύψει «το πιο όμορφο απ' όλα». Παράδοξο; Ίσως. Αληθινό; Αναμφίβολα.

Καθώς ανηφόριζα προς το Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού, αλλά και όσο εξελισσόταν η συναυλία, παρατηρούσα το κοινό. Η ανθρωπογεωγραφία της βραδιάς ήταν σχεδόν συγκινητική: μωρά στις αγκαλιές των γονιών τους, έφηβοι, νέοι άνθρωποι, μεσήλικες, μοναχικοί ακροατές, μεγάλες παρέες, οι αναπόφευκτοι «φωνακλάδες», αλλά και εκείνοι οι σιωπηλοί παρατηρητές που μοιάζουν να ακούν περισσότερο μέσα τους παρά από τα ηχεία.

Και τότε σκεφτόμουν πόσο μοναδικό είναι αυτό το ρεπερτόριο. Πόσο διαφορετικό και, ταυτόχρονα, πόσο βαθιά ενωτικό. Πώς, τόσες δεκαετίες μετά τη δημιουργία του, ο Σταυρός του Νότου εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανό πολιτισμικό γεγονός και όχι απλώς μια επιτυχημένη δισκογραφική στιγμή. Πώς λόγια που σήμερα θα χαρακτηρίζονταν «δύσκολα» ή ακόμη και αντιεμπορικά, βρίσκουν καταφύγιο στις καρδιές ανθρώπων κάθε ηλικίας, γεμίζουν θέατρα και τραγουδιούνται σχεδόν ψιθυριστά, σαν προσωπικές εξομολογήσεις.
Και δεν μπορούσα να μη φανταστώ τον ίδιο τον Μικρούτσικο, κάπου ψηλά, με την πίπα του στο χέρι, να παρακολουθεί δικαιωμένος όσα ο ίδιος υποστήριζε για το «ζωντανό ρεπερτόριο». Ένα ρεπερτόριο που δεν επιβιώνει επειδή δημιουργεί νοσταλγία, αλλά επειδή εξακολουθεί να συνομιλεί με το σήμερα.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί κάτι που συχνά περνά απαρατήρητο: η διαχείριση του έργου του συνθέτη από τους ανθρώπους του. Χωρίς υπερβολική έκθεση, χωρίς αδιάκοπα αφιερώματα που θα οδηγούσαν στη φθορά, αλλά με εμπιστοσύνη σε ερμηνευτές και μουσικούς που ο ίδιος είχε ξεχωρίσει και με μια αισθητική απόλυτα συνεπή στο πνεύμα του. Είναι μια στάση που επιτρέπει στα τραγούδια να αναπνέουν φυσικά και στους νεότερους να τα ανακαλύπτουν χωρίς να αισθάνονται ότι τους επιβάλλεται ένα μνημείο του παρελθόντος.

Σε συναυλίες τέτοιου συναισθηματικού βάρους σκέφτομαι πάντοτε το ίδιο: δεν υπάρχει χώρος για μουσικολογικές αναλύσεις ή τεχνικές παρατηρήσεις. Ένα φαλτσάκι, μια άστοχη εκφορά ενός στίχου ή μια μικρή ατέλεια δεν μπορούν να γκρεμίσουν το οικοδόμημα που χτίζεται μέσα στον κάθε ακροατή. Εκείνος δεν βρίσκεται στον χώρο κρατώντας μεγεθυντικό φακό και μπλοκάκι σημειώσεων. Αναζητά τη λυγμική δύναμη των στίχων, για να συγχρονίσει το μέσα του με το έξω του. Αναζητά τη στιγμή που οι φωνές των καλλιτεχνών και του κοινού θα συναντηθούν σε μια κοινή ανάσα, σε μια εμπειρία σχεδόν ιδεολογικής και υπαρξιακής βαρύτητας.

Η Ρίτα Αντωνοπούλου ήταν, για ακόμη μία φορά, εξαιρετική. Η Μαρία Παπαγεωργίου απέδειξε ξανά πόσο ουσιαστικά έχει συνομιλήσει με αυτό το υλικό. Ο Δημήτρης Μπάσης υπήρξε δωρικός και στιβαρός, ο Μίλτος Πασχαλίδης χειμαρρώδης και αυθεντικός, ενώ ο Γιάννης Κότσιρας απέδωσε με σεβασμό και εσωτερικότητα αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «μικρουτσικέικη» ερμηνεία.

Πέρα όμως από τις επιμέρους παρουσίες, όλοι τους υπηρέτησαν κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους: ένα διαχρονικό μήνυμα συλλογικότητας, ανθρωπιάς και αντίστασης.
Κάπως έτσι οι συναυλίες παύουν να είναι απλώς συναυλίες. Γίνονται μνήμη. Γίνονται ιστορία. Και, το σημαντικότερο, γίνονται η αφετηρία για τις επόμενες γενιές που θα συνεχίσουν να τραγουδούν πως «το πιο όμορφο απ' όλα» ίσως δεν έχει ακόμη ειπωθεί.

 

REVIEWS