Πήγαμε, είδαμε τους Pulp στο Μάντσεστερ

 
REVIEWS

Το μέλλον ήταν τελικά ένα χωράφι

 

Κείμενο, φωτογραφίες: Τάσος Παπαϊωάννου

Όταν έχεις περάσει δυο εβδομάδες σε ένα μέρος όπου η πληθυσμιακή πυκνότητα είναι περίπου τέσσερις άνθρωποι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (Ισλανδία), η επιστροφή στην ανθρώπινη παρουσία χρειάζεται μια μικρή περίοδο προσαρμογής. Συνηθίζεις να οδηγείς για ώρες χωρίς να συναντάς άνθρωπο, ανάμεσα σε άδειους δρόμους, μεγάλες αποστάσεις και ορίζοντες που μπορούν να μείνουν για πολλή ώρα ακατοίκητοι, ώσπου η εμφάνιση κάποιου στην άκρη του δρόμου να αποκτά τον χαρακτήρα μικρού κοινωνικού γεγονότος.

Η προσγείωση στο Μάντσεστερ και, λίγες ώρες αργότερα, η παρουσία ανάμεσα σε περίπου τριάντα χιλιάδες ανθρώπους ήταν επομένως μια μάλλον απότομη επανένταξη στην κοινωνία, αν και το Wythenshawe Park είχε φροντίσει να κάνει τη μετάβαση όσο πιο ήπια γινόταν. Η βροχή είχε σταματήσει λίγες ώρες πριν από τη συναυλία, αφήνοντας πίσω της μια δροσερή υγρασία και ένα πάρκο τόσο πράσινο ώστε ο καιρός είχε φτάσει στο σημείο να θεωρείται ευχάριστος, κάτι που στο Μάντσεστερ καλό είναι να αντιμετωπίζεται με συγκρατημένο ενθουσιασμό. Ο Jarvis το απέδωσε αργότερα, φυσικά, στην παραγωγή. «It’s stopped raining — that cost a lot of money actually». Κανείς μας δεν είχε ιδιαίτερη περιέργεια να δει τον λογαριασμό. Είχαμε έναν καλύτερο λόγο για να βρισκόμαστε εκεί, τους Pulp και μια μικρή εκκρεμότητα που είχε μείνει ανοιχτή από την Αθήνα δύο χρόνια νωρίτερα.

Τον Ιούνιο του 2024 είχαν παίξει στο Release, αλλά εμείς είχαμε ήδη κανονίσει να βρισκόμαστε στη Βαρκελώνη για τον Springsteen. Υπάρχουν σοβαρότερα διλήμματα στη ζωή, αν και αυτό δύσκολα το θυμάσαι όταν πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα στον Bruce και τον Jarvis και στη συνέχεια να υπερασπίζεσαι την επιλογή σου επί δύο χρόνια. Επιλέξαμε τον Springsteen και μαζί μια μουσική ενοχή αρκετά ασήμαντη ώστε να μην επηρεάζει την καθημερινότητά μας, αλλά αρκετά επίμονη ώστε να μας έχει φέρει τώρα σε ένα πάρκο στα νότια του Μάντσεστερ.

Τον Jarvis τον είχαμε συναντήσει αρκετές φορές στη διαδρομή, πρώτη φορά με τους Pulp στη Φρεαττύδα το 1998, μόνο του στο Ejekt το 2009 και ξανά με την μπάντα στη Μαλακάσα το 2011, σε μια συναυλία που στη μνήμη μου έχει αποκτήσει την οικειότητα οικογενειακής συγκέντρωσης. Το Release είχε αφήσει ένα μικρό κενό στη σειρά και το Μάντσεστερ ήταν ευκαιρία να το κλείσουμε.

Λίγο πριν από τις εννιά, με το πάρκο γεμάτο παρέες, μπίρες και εκείνη την προσμονή που κάνει ακόμη χιλιάδες ανθρώπους να κοιτάζουν προς την ίδια κατεύθυνση, εμφανίστηκε η γνώριμη φιγούρα του Jarvis, φορώντας ένα κομψά παλιομοδίτικο καφέ κοστούμι.

Το χρώμα αρκούσε για να τραβήξει από τη μνήμη μια εικόνα του 1998 και, για μια στιγμή, πέρασε από το μυαλό μου η παράλογη υποψία ότι το καφέ κοστούμι θα μπορούσε να είναι το ίδιο με εκείνο της Φρεαττύδας. Δεν ήταν, φυσικά, αν και θα ταίριαζε στον Jarvis να έχει κρατήσει επί είκοσι οκτώ χρόνια ένα κοστούμι μόνο και μόνο για να ολοκληρώσει κάποτε ένα αστείο που κανείς άλλος δεν γνώριζε ότι είχε αρχίσει. Από εκείνη τη συναυλία η μνήμη είχε φυλάξει κυρίως ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης μέσα στα φώτα, τα σώματα που χοροπηδούσαν πάνω στην άμμο και τον Jarvis να σκαρφαλώνει στις σκαλωσιές με το καφέ κοστούμι κάπου ψηλότερα απ’ όσο θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται ένας τραγουδιστής.

Είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα, στο δροσερό πράσινο του Wythenshawe, το ίδιο χρώμα ένωνε δυο βραδιές που είχαν ελάχιστα κοινά και οι πρώτες νότες του Sorted for E’s & Wizz έκαναν την απόσταση ανάμεσά τους ακόμη μικρότερη.
Το τραγούδι είχε γεννηθεί μέσα από τη μυθολογία των μεγάλων rave πάρτι, όταν χιλιάδες νέοι συγκεντρώνονταν στη μέση του πουθενά και μπορούσαν να πιστέψουν ότι αυτό που ζούσαν όφειλε να σημαίνει κάτι περισσότερο από μια μεγάλη νύχτα. Ο Jarvis αναρωτιόταν τότε αν αυτό ήταν το μέλλον που τους είχαν υποσχεθεί ή απλώς «20,000 people standing in a field».

Τρεις δεκαετίες αργότερα βρισκόταν μπροστά σε ακόμη περισσότερους ανθρώπους, μέσα σε ένα πραγματικό χωράφι του Μάντσεστερ, τραγουδώντας σε ένα κοινό που είχε έρθει να ακούσει κομμάτια γραμμένα όταν το μέλλον βρισκόταν ακόμη μπροστά. Η παλιά ερώτηση ακουγόταν διαφορετικά έχοντας κουβαλήσει πάνω της τριάντα χρόνια ζωής, και όσο το set προχωρούσε αυτή η απόσταση ανάμεσα σε όσα κάποτε περίμεναν να συμβούν και σε όσα είχαν πια περάσει άρχισε να επιστρέφει μέσα από τα ίδια τα τραγούδια.

Το Disco 2000 έφερε μαζί του την Deborah και ένα μέλλον που κάποτε βρισκόταν τόσο μακριά ώστε μπορούσες να του εμπιστευτείς μια υποθετική συνάντηση. Το 2000 βρίσκεται τώρα περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα πίσω μας και το τραγούδι κουβαλά μια μελαγχολία που δεν χρειάστηκε να προσθέσει ο Jarvis. Τη φρόντισε ο χρόνος.
Μαζί με την Deborah επέστρεφαν και οι υπόλοιποι άνθρωποι που κατοικούν στα τραγούδια των Pulp, οι αμήχανοι έφηβοι, οι παλιοί έρωτες, όσοι δεν χώρεσαν ποτέ ακριβώς εκεί όπου υποτίθεται ότι έπρεπε να χωρέσουν, εκείνοι που κοίταξαν μια άλλη ζωή από το απέναντι παράθυρο ή πίστεψαν ότι κάπου αλλού υπήρχε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Ο Jarvis έγραφε πάντοτε για πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους και μάλλον γι’ αυτό κατάφερε να τους κάνει να μοιάζουν τόσο πολύ με όλους τους υπόλοιπους.

Οι σημερινοί Pulp δεν αντιμετωπίζουν αυτά τα τραγούδια σαν εισιτήριο επιστροφής στο 1995, μια χρονιά στην οποία έτσι κι αλλιώς υπάρχουν ήδη αρκετοί πρόθυμοι να επιστρέψουν. Ο ήχος της μπάντας είναι μεγαλύτερος και πλουσιότερος, το υλικό του More στέκεται δίπλα στα παλιά χωρίς να ζητά άδεια και η απουσία του Steve Mackey υπάρχει χωρίς να μετατρέπεται σε τελετουργικό βάρος. Οι Pulp αφήνουν τα τραγούδια να μεγαλώνουν μαζί τους, χωρίς να προσπαθούν να τα κρατήσουν παγωμένα στην ηλικία όπου γράφτηκαν. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στο This Is Hardcore, όπου η σκοτεινή του κομψότητα μοιάζει σήμερα ακόμη πιο βαριά και πιο ώριμη. Με τη σκηνή βυθισμένη στο κόκκινο και τον Jarvis μέσα στον καπνό, έναν espresso στο χέρι, το τραγούδι ακουγόταν πάνω σε έναν άνθρωπο που δεν είχε καμία ανάγκη να υποδυθεί τον νεότερο εαυτό του.
Η σχέση με τον χρόνο έγινε πιο προσωπική όταν ήρθε το Do You Remember the First Time?. Ο Jarvis είχε ήδη αφήσει να αιωρηθεί η πιθανότητα ότι αυτή μπορεί να ήταν η τελευταία μεγάλη συναυλία των Pulp για αρκετό καιρό, ίσως και για πάντα, και πριν αρχίσει το τραγούδι αναρωτήθηκε αν, αντί για την πρώτη φορά, θα έπρεπε πλέον να μας ρωτά αν θα θυμόμαστε την τελευταία. Το είπε με εκείνον τον στεγνό τρόπο που κάνει μια φράση να περνά αρχικά σαν αστείο και να μένει λίγο περισσότερο απ’ όσο περίμενες.

Η δική μου πρώτη φορά είχε ήδη επιστρέψει μέσα από το καφέ κοστούμι της Φρεαττύδας. Το 1998 δεν υπήρχαν εκατοντάδες οθόνες πάνω από τα κεφάλια και η μνήμη ήταν η μοναδική κάρτα αποθήκευσης, μικρή, αναξιόπιστη και αυθαίρετη στις επιλογές της. Μπορούσε να χάσει ολόκληρα τραγούδια και να κρατήσει για πάντα λίγη σκόνη μέσα στα φώτα ή το χρώμα ενός κοστουμιού. Κακό σύστημα, τεχνικά, αλλά ορισμένες εικόνες του άντεξαν περισσότερο από χιλιάδες φωτογραφίες που τραβήξαμε έκτοτε.
Στο ίδιο αρχείο είχαν μείνει και οι άνθρωποι των τραγουδιών, πρόσωπα που μπορεί να μην ξέραμε ποτέ πραγματικά αλλά είχαμε μάθει να κουβαλάμε μαζί τους για χρόνια. Ανάμεσά τους περίμενε ακόμη η άγνωστη Ελληνίδα του St Martin’s. Το Common People την έφερνε ξανά μπροστά μας, τρεις δεκαετίες μετά από μια συζήτηση που για την ίδια πιθανότατα κράτησε λίγα λεπτά και για όλους τους υπόλοιπους πολύ περισσότερο.

Ο Jarvis μας ζήτησε να την ακούσουμε σαν να μην την είχαμε ακούσει ποτέ, ένα μάλλον φιλόδοξο αίτημα για ένα τραγούδι που ένα ολόκληρο πάρκο περίμενε ήδη να ξεσπάσει. Όταν ήρθε η στιγμή, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι χοροπηδούσαν, τραγουδούσαν και σήκωναν τα χέρια σαν ένα σώμα, αφήνοντας ολόκληρο το Wythenshawe να παραδοθεί σ’ εκείνον τον γνώριμο, ελεγχόμενο χαμό. Το Common People δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη επικαιροποίηση. Η πραγματικότητα είχε φροντίσει να το κρατήσει σε πολύ καλή κατάσταση.

Η κορύφωση αυτή δεν ήταν η ανταμοιβή ύστερα από δύο ώρες αναμονής για το μεγάλο hit. Η συναυλία είχε μείνει ζωντανή σε όλη τη διαδρομή της και ο Jarvis εξακολουθούσε να έχει εκείνη τη σπάνια ικανότητα να κάνει ένα τεράστιο πλήθος να νιώθει ότι συμμετέχει σε μια κάπως ιδιωτική συζήτηση. Οι Pulp δεν προσπαθούσαν να ξαναγίνουν εκείνοι που ήταν πριν από τριάντα χρόνια, και ίσως γι’ αυτό μπορούσαν ακόμη να κάνουν χιλιάδες ανθρώπους να χορεύουν με πράγματα που, αν τα σκεφτόσουν λίγο περισσότερο, δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα χαρούμενα.

Με το Common People ακόμη να βουίζει πάνω από το πάρκο, η βραδιά θα μπορούσε να τελειώσει εκεί χωρίς κανείς να νιώσει ότι του χρωστούσαν κάτι περισσότερο. Αντί για έναν ακόμη θρίαμβο, όμως, η ένταση υποχώρησε λίγο και το Wythenshawe ξαναφάνηκε γύρω μας, σκοτεινό πια, με τα δέντρα έξω από τα φώτα της σκηνής και τη δροσιά της απογευματινής βροχής να έχει μείνει στον αέρα.

Μέσα σ’ αυτή τη μικρή αλλαγή της βραδιάς ανέβηκε στη σκηνή ο Richard Hawley για το A Sunset. Η παρουσία ενός παλιού φίλου από το Sheffield ταίριαζε σ’ ένα τέλος που δεν ζητούσε άλλη κορύφωση, και ο Jarvis, ύστερα από σχεδόν δύο ώρες αδιάκοπης κίνησης, στεκόταν ασυνήθιστα ήρεμος δίπλα του.

Το τελευταίο τραγούδι κουβαλούσε την επιθυμία να μπορούσες να αγοράσεις λίγο περισσότερο χρόνο και, έπειτα από όσα είχαν προηγηθεί, οι λέξεις δεν μπορούσαν πια να ακουστούν αθώες. Είχε μείνει στον αέρα η πιθανότητα μιας τελευταίας μεγάλης συναυλίας, είχε προηγηθεί η ερώτηση για το αν θα θυμόμαστε την τελευταία φορά και ο Steve Mackey έλειπε από τη θέση όπου κάποτε θα βρισκόταν.

Στη Φρεαττύδα ο Jarvis σκαρφάλωνε στις σκαλωσιές. Στο Wythenshawe στεκόταν σχεδόν ακίνητος μέσα στη νύχτα. Ανάμεσα στις δύο εικόνες είχαν χωρέσει ζωές, απουσίες, συναυλίες που είδαμε και μία που χάσαμε.
Το A Sunset ακουγόταν πολύ μετά τη δύση του ήλιου και αυτό, με έναν παράξενα βρετανικό τρόπο, του ταίριαζε. Δεν υπήρχε τίποτε θριαμβευτικό στη στιγμή και καμία ανάγκη να παρουσιαστεί το τέλος σαν κάτι μεγαλύτερο απ’ ό,τι ήταν. Μόνο δυο παλιοί φίλοι από το Sheffield, ένα τραγούδι για τον χρόνο, ένα πάρκο του Μάντσεστερ και περίπου τριάντα χιλιάδες άνθρωποι που δεν έδειχναν ιδιαίτερα πρόθυμοι να φύγουν.

Η βραδιά είχε αρχίσει με τον Jarvis να αναρωτιέται αν αυτό που έβλεπε ήταν το μέλλον ή απλώς είκοσι χιλιάδες άνθρωποι μέσα σ’ ένα χωράφι. Τρεις δεκαετίες αργότερα βρισκόταν πάλι μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους μέσα σ’ ένα χωράφι, έχοντας ζήσει ό,τι είχε μεσολαβήσει από εκείνη την ερώτηση.
Τελικά ήταν και τα δύο.

 

 

REVIEWS