Πήγαμε, Είδαμε: «Deep για Deep Purple»
Οι Deep Purple επέστρεψαν στην Αθήνα. Μαζί τους και μερικά πράγματα που επιμένουν να μη μεγαλώνουν

Του Τάσου Παπαϊωάννου
Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού
Αν υπήρχε μια μουσική χρονοκάψουλα, το Σάββατο 17 Οκτωβρίου θα είχε σταματήσει για δύο ώρες στο Floyd. Θα μας είχε μεταφέρει στα ’90s, στα κλαμπ όπου χορεύαμε τους Charlatans, στις νύχτες που τελείωναν πολύ αργότερα απ’ όσο είχαμε υπολογίσει, τότε που ο κόσμος, αν δεν ήταν καλύτερος, έμοιαζε τουλάχιστον να υπόσχεται περισσότερα. Δεν χρειάστηκε, βέβαια, καμία τεχνολογική ανακάλυψη. Αρκούσαν μερικές νότες από το Weirdo, η γνώριμη φωνή του Tim Burgess και εκείνη η παράξενη ευκολία με την οποία η μουσική καταργεί αποστάσεις που ο χρόνος χρειάστηκε δεκαετίες για να δημιουργήσει.
Το Floyd ήταν γεμάτο, στη συντριπτική του πλειονότητα από ανθρώπους που είχαν ζήσει αυτά τα τραγούδια όταν πρωτοκυκλοφόρησαν. Αναγνωρίζαμε ο ένας τον άλλον χωρίς να γνωριζόμαστε, μέλη μιας παλιάς μουσικής παρέας που είχε συγκεντρωθεί ξανά, έχοντας φτάσει από διαφορετικούς δρόμους στο ίδιο μέρος. Μοναδική «ηλικιακή παραφωνία» ήταν μια κοπέλα δίπλα μας, γύρω στα είκοσι, με αρβυλάκια, κανονικό τσιγάρο (όχι ατμού) και κουτάκι μπίρας στο χέρι. Μάλλον η χρονοκάψουλα είχε φέρει μαζί της και τον εαυτό μας από τα ’90s. Με μια μικρή διαφορά: εκείνη είχε τις δικές της νύχτες μπροστά της, ενώ εμείς επιστρέφαμε σε μερικές από τις δικές μας. Δεν ξέρω ποιος είχε περισσότερους λόγους να χαμογελάει.
Η μουσική, πάντως, δεν μας άφησε πολλά περιθώρια για τέτοιες σκέψεις. Το North Country Boy και το Tellin’ Stories βρήκαν το κοινό ήδη στον χορό, με την ευχάριστη διαπίστωση ότι ορισμένα πράγματα τα θυμάται το σώμα καλύτερα από το μυαλό. Μπορεί να έχουμε ξεχάσει πού ακούσαμε για πρώτη φορά αυτά τα τραγούδια, ποιος στεκόταν δίπλα μας ή πώς τελείωσε εκείνη η βραδιά, αλλά η πρώτη φράση, μια αλλαγή στον ρυθμό, το χαρακτηριστικό πέρασμα των πλήκτρων εξακολουθούν να μας είναι απολύτως οικεία. Οι Charlatans είχαν πάντοτε αυτή την ιδιότητα. Έβαζαν τις κιθάρες δίπλα στη χορευτική μουσική και κατάφερναν να κάνουν τους δύο κόσμους να συνεννοούνται θαυμάσια, χωρίς να απαιτούν από κανέναν να πάρει θέση.
Στη σκηνή, ο Tim Burgess ήταν αεικίνητος, χαμογελαστός, με εκείνη την ανεπιτήδευτη άνεση που τον χαρακτήριζε από τα πρώτα χρόνια. Χόρευε, επικοινωνούσε διαρκώς με τον κόσμο, απολάμβανε κάθε λεπτό. Είχε την όψη ανθρώπου που βρισκόταν εκεί επειδή εξακολουθούσε να του αρέσει αυτό που κάνει, μια λεπτομέρεια που δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο ακούγεται όταν μιλάμε για συγκροτήματα με τέτοια διαδρομή. Δεν φαινόταν να τον απασχολεί ιδιαίτερα πόσος χρόνος είχε περάσει από το Some Friendly. Ευτυχώς, ούτε εμάς.
Από την πεντάδα που ηχογράφησε εκείνον τον δίσκο το 1990 παραμένουν ο Burgess και ο μπασίστας Martin Blunt. Η ιστορία του συγκροτήματος σημαδεύτηκε από τις τραγικές απώλειες των Rob Collins και Jon Brookes, όμως ο Mark Collins στην κιθάρα και ο Tony Rogers στο Hammond έχουν πια γράψει τη δική τους μεγάλη ιστορία στους Charlatans. Μαζί τους διατηρήθηκε και εκείνο το ιδιαίτερο κράμα ψυχεδέλειας, βρετανικού ροκ και χορευτικών ρυθμών που καθόρισε τη μουσική τους ταυτότητα.
Αυτή η μουσική ιδιοσυγκρασία ήταν που τους συνέδεσε με το Madchester, παρότι οι ίδιοι είχαν ξεκινήσει από τα West Midlands. Δίπλα στους Stone Roses, τους Happy Mondays και τους Inspiral Carpets, έγιναν μέρος μιας σκηνής που για μερικά χρόνια έκανε το Μάντσεστερ να μοιάζει με το κέντρο του μουσικού κόσμου. Τουλάχιστον του δικού μας. Η πόλη βρίσκεται σήμερα ξανά στα ντουζένια της, κυρίως χάρη στην επιστροφή των Oasis. Οι αδελφοί Gallagher φρόντισαν να μη μείνει απαρατήρητη η επανένωσή τους, επίτευγμα μάλλον προβλέψιμο για τα δικά τους μέτρα διακριτικότητας. Οι Charlatans ακολούθησαν μια διαφορετική διαδρομή, συνεχίζοντας να περιοδεύουν και να κυκλοφορούν δίσκους χωρίς να χρειαστεί να οργανώσουν μια θεαματική επιστροφή. Προφανώς, από εμπορικής απόψεως, η αδιάκοπη παρουσία δεν έχει την ίδια γοητεία με μια πολυδιαφημισμένη συμφιλίωση.
Στο Floyd, πάντως, κανείς δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τέτοιους λογαριασμούς. Μπροστά μας υπήρχαν δύο ώρες μουσικής που διατρέχονταν από τραγούδια διαφορετικών περιόδων, χωρίς η ηλικία τους να καθορίζει την ενέργεια με την οποία ακούγονταν. Το Then και το I Don’t Want to See the Sights μάς επέστρεφαν στα πρώτα χρόνια, ενώ τα Can’t Get Out of Bed, Just Lookin’, How High και Just When You’re Thinkin’ Things Over κουβαλούσαν μαζί τους τις επόμενες περιόδους του συγκροτήματος. Χώρεσαν και τέσσερα τραγούδια από το περσινό We Are Love, τον πρώτο τους δίσκο έπειτα από οκτώ χρόνια, που μπορεί να μην προκάλεσαν τον ενθουσιασμό των παλιών επιτυχιών, υπενθύμισαν όμως ότι οι Charlatans εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για το παρόν τους. Ο κόσμος τα υποδέχτηκε με την απαραίτητη ευγένεια, γνωρίζοντας ότι η πραγματική του αδυναμία βρισκόταν λίγο πιο πίσω στη δισκογραφία τους.
Το The Only One I Know γνώρισε την αναμενόμενη αποθέωση και, αν έπρεπε να στοιχηματίσει κανείς ποιο τραγούδι θα έκλεβε την παράσταση της βραδιάς, θα ήταν η ασφαλής επιλογή. Θα έχανε, όμως, το στοίχημα γιατί η καλύτερη στιγμή βρισκόταν ακόμη μπροστά μας. Οι Charlatans είχαν φυλάξει για το τέλος το Sproston Green, ένα τραγούδι από τον πρώτο τους δίσκο, που πάνω στη σκηνή αποκτά διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από εκείνες της αρχικής του ηχογράφησης.
Το σόλο του Tony Rogers στα πλήκτρα άπλωσε την ψυχεδέλεια στον χώρο, η μπάντα ανέβαζε διαρκώς την ένταση και το Floyd, αντί να κουράζεται, χόρευε με όλο και μεγαλύτερη όρεξη. Για λίγα λεπτά, οι Charlatans δεν έπαιζαν απλώς ένα τραγούδι: άνοιξαν μια πόρτα και μας πέρασαν όλους από μέσα. Κι όταν τελικά τελείωσε, το μόνο που ήθελες ήταν να ξεκινήσει ξανά από την αρχή.
Το μόνο ελάττωμα της χρονοκάψουλας των Charlatans ήταν ότι το ταξίδι είχε προκαθορισμένη ώρα επιστροφής. Δύο ώρες ήταν μια χαρά για συναυλία, αλλά μέσα τους είχαν χωρέσει πολύ περισσότερες νύχτες και εκείνη η υπέροχη αίσθηση πως τα καλύτερα βρίσκονταν πάντα μπροστά μας. Για μια φορά, μια καθυστέρηση στην επιστροφή θα ήταν πραγματικά ευπρόσδεκτη.
Εξάλλου, κανείς μας δεν έδειχνε να βιάζεται να κατέβει.










